ΟΙΝΟΨ ΠΟΝΤΟΣ - Φωτοποιητικός περίπλους

 

 shell, κοχύλι, θάλασσα οίνοψ πόντος, ψιλάκης, psilakis

ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ

Οίνοψ Πόντος
ΦΩΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

Σελίδες 184, σκληρό εξώφυλλο
ISBN: 960-7448-46-4

Το προλογικό σημείωμα του κ. Μ. Γ. Μερακλή
ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Γνωρίζω και εκτιμώ εξαιρετικά την πολύτιμη συμβολή του κ. Νίκου Ψιλάκη στη μελέτη και έρευνα του παραδοσιακού μας (του λαϊκού κατεξοχήν) πολιτισμού.
Αλλά τώρα μένω εντυπωσιασμένος και από το παρόν πολύπτυχο ποιητικό έργο του· έργο ενός doctus poeta, που όμως διασώζει στο ακέραιο την ευαισθησία του, η οποία μάλιστα ακριβώς με την παιδεία και τη γνώση αποκτά και σπουδαίο βάρος και στοχαστική συγκίνηση.
Ο ποιητής στην πρώτη και εκτενέστερη ενότητα παρακολουθείται να αποκαθιστά ψυχική επαφή με μια πανάρχαια πήλινη πινακίδα. Η πινακίδα έχει επάνω της χαραγμένη μια φωνή (λέξεις).
Συγκινημένος αναγνωρίζει πως είναι και δική του· σαν να επιστρέφει από τα βάθη του χρόνου ο ήχος της δικής του φωνής:
    Επιστρέφω για να συναντήσω τη φωνή μου,
      σε μιαν ακίδα κρέμεται από τότε,
      λένε πως είναι γραφέας των ανακτόρων και πως κάθεται
      σε μια πέτρα στην ασβεστωμένη πλαγιά του απομεσήμερου.
Μια μαγνητική έλξη τον τραβάει, σχεδόν τον «απάγει» στο παρελθόν εκείνο, απ’ όπου ξαναγυρίζει για να ενώσει τις δύο άκρες σε μιαν ενότητα. Δεν απολαμβάνει αυτή την ενότητα και τη συνοχή μακάριος (πολύ λιγότερο: με ηχηρές ρητορείες εθνικοφροσύνης). Πολύ περισσότερο αφήνεται στη μελαγχολία της φθοράς του χρόνου, γιατί τα σημάδια ζωής που ψηλαφεί και σχεδόν ακροάται από την άλλην άκρη του χρόνου είναι, βέβαια, υπαρκτά, όμως είναι μόνο σημάδια, ψήγματα από έναν ακέραιο κόσμο που καταποντίστηκε στον ωκεανό των αιώνων.

psilakis, ψιλακης οινοψ πόντος


Η φθορά του χρόνου εκδηλώνεται και αλλιώς: και μέσα στους ανθρώπους του τώρα, που έχουν πια χάσει τη συναίσθηση και συνείδηση του θαύματός του να έχουν φτάσει ως εμάς εκείνα τα σημάδια του τόσο μακρινού, πλην όμως συγγενικού κόσμου. Είναι λίγοι (και γίνονται ολοένα λιγότεροι) εκείνοι που τους δονεί μια τέτοια συγκίνηση. Ο ποιητής σκέπτεται πως μάλλον ανήκει στην ολιγάριθμη ήδη «τελευταία γενιά», της «τελευταίας προϊστορικής εποχής» και πως οι «μελλοντικοί πρόγονοί» του θα έχουν χάσει το παρελθόν τους που, έρημο, μοναχικό, θα εξακολουθεί να υπάρχει (τα πράγματα είναι πιο ανθεκτικά από τον άνθρωπο…
Δεν θριαμβολογεί. Συνθέτει την ελεγεία της παντοδυναμίας του χρόνου να σπέρνει χαλάσματα, παρά την αδιάψευστη αντίσταση, στοιχειώδη έστω, των πραγμάτων. Ωστόσο ο ίδιος ανήκει, όπως είπα, σε εκείνους που μπορούν να αισθάνονται και να ζουν τις συνάψεις:
      Όλα αρχίζουν από το τέλος τους, τίποτα δεν τελειώνει. Η Γαία είναι
      πάντα εδώ, κορεσμένη από την αρχαία ηδονή
      διψασμένη για την καινούργια*
   * Οι στίχοι αυτοί είναι από τα υποσελίδια σχόλια που υπάρχουν στο βιβλίο. Και είναι αυτά τα, επίσης ποιητικά, σχόλια, μια ωραία πρωτοτυπία του.
  
      Το ταξίδι αρχίζει από το τέλος του.
  
   Και με μια σαφέστερη αισιοδοξία:
     
      Καθώς οι γιορτές, τα Βαλχάλια και τα Υακίνθια παραμονεύουν
      ένας αγέρωχος Άι Γιώργης ομορφοκαβαλάρης λεβεντονιός
      καλπάζει στ’ απριλιάτικο μετερίζι,
      ύμνος που δεν θα τελειώσει, ανεμώνες
      κι Αϊγιώργηδες
      κι Απρίληδες
      κι έρωτες –ατέρμονες αντιφάσεις·
      τα ερείπια γιορτάζουν πάντα στα πανηγύρια μας.

 

shell, κοχύλι, θάλασσα οίνοψ πόντος, ψιλάκης, psilakis


Η λέξη αντιφάσεις που υπάρχει στους παραπάνω στίχους είναι από αυτές που επανέρχονται πολύ συχνά στο βιβλίο· είναι από τις κύριες λέξεις του. Δεν μπορούσε και να συμβαίνει αλλιώς. Μέσα από τη βεβαιωμένη, αλλά βαθιά τραυματισμένη διάρκεια αναθρώσκει κάθε τόσο η μελαγχολία. Ο κόσμος εκείνος ο μακρινός άφησε τα ίχνη της σχέσης του με εμάς, όμως πέθανε. Και ο δικός μας θα πεθάνει, κάθε τόσο η παρουσία γίνεται απουσία (μελαγχολία), που, πάντως, θα αναπληρωθεί από μια νέα παρουσία (αφορμή να αισιοδοξήσομε ξανά). Στο ποίημα που υπογράφεται «Νέος Χρόνος» ο ποιητής βλέπει από το παράθυρό του μια δρυ·

δέντρο που με καταλαβαίνει από παιδί, αφήνει τα ρούχα
      της να πέσουν αργά σαν αθωότητες πεθαμένες, το μέχρι
      χτες κίτρινο χάδι των ανέμων. Τη βλέπεις πώς
         χορεύει
        ολόγυμνη;
         Τη βλέπεις
      ανάμεσα σε δυο σκεπές, άστεγη στο χάσμα του χρόνου; Σε
      λίγο τα ρολόγια θα δείξουν χειμώνα, τα δάχτυλά μας θα δείξουν
      το επόμενο βήμα κι η δρυς θα δείχνει τα φύλλα που αιωρούνται
      στο χρόνο, δεν θ’ ανάψει κανένα καινούργιο φως τα μεσάνυχτα.

      Ω, ναι, το ξέρει! Θα φουσκώσουν οι μαστοί της και πάλι·
      θα φορέσει το πράσινο πεπρωμένο της και θα βρεθεί
      ανάλαφρη
      κι εκστατική
        να σφιχταγκαλιάζεται
            με τον ουρανό μου!

shell, κοχύλι, θάλασσα οίνοψ πόντος, ψιλάκης, psilakis


Τέτοια λυρικά ιντερμέδια χαρίζουν στη στοχαστική αυτή ποίηση μια βαθύτερη γλυκυθυμία:
     
          Ανοίγω την πόρτα. Ένα σπίτι δίπλα στον ελαιώνα, ένας
ελαιώνας που περιμένει παραδομένος στις μνήμες, ένα σπίτι
που με φέρνει στην πρώτη μορφή μου, στο τραπέζι ένα
κλειστό τετράδιο με γαλάζιες ρίγες για να συλλαβίζω τα
όνειρα, το ξύλινο μολύβι περιμένει δίπλα στη γομολάστιχα,
την πρώτη αντίφασή μου: κάθε καινούργια λέξη γράφεται
στο λείψανο μιας άλλης…

Σε μια τέτοια ενατένιση του χρόνου η μοναξιά περισσεύει· πράγματι περισσεύει στο βιβλίο τούτο που, καθώς λέει ο ποιητής:
     
          Σκύβω και μαζεύω τις λέξεις
      σαν μικρές μοναξιές που γυρεύουν θέση στο λόγο μου.
     
Στη δεύτερη ενότητα γίνεται σαφές, ότι ο έρωτας είναι από τις σταθερές της οντολογικής εν γένει διάρκειας· εικονογραφείται εδώ, δίπλα στις υποκειμενικές εμβιώσεις, με χαρακτηριστικές μορφές του μύθου.
     
          Ωστόσο, να σας θυμίσω πως είχα δώσει ονόματα στις
      Πλειάδες, σας παρακαλώ, μην ξεχνάτε τις μικρές βαφτισιμιές μου
      να τις φωνάζετε με τα μικρά τους ονόματα, πάντα στον ενικό
      της οικειότητας
      Πρωτίς, Κοκυμώ
              Λαμπαδώ
              Παρθενία
   Διώνη, Μαία, Γλαυκία
               Καλυψώ, Στονυχία.
     
Δεν πειράζει που παίζουν κάθε βράδυ κρυφτό
      με τους χρησμούς σας
      και τρελαίνουν τους γείτονες με τα γέλια τους.

 

shell, κοχύλι, θάλασσα οίνοψ πόντος, ψιλάκης, psilakis

Το ίδιο ψηλά αξιολογεί, στην τρίτη ενότητα, και τη θάλασσα («ο κόσμος αρχίζει μ’ ένα ταξίδι της»), πρόσφορη, επειδή είναι αυτή που είναι, και για μεταφορικές χρήσεις, προπάντων σχετικά με το χρόνο.
     
          Φυλλομετρώ τα άδεια τετράδια της παιδικής μου γραφής,
      σκίζω τις σελίδες και σκαρώνω παιγνίδια του νερού και της
      μνήμης,
      χάρτινες βάρκες, ευάλωτες.
     
Πιο κάτω, στην πέμπτη ενότητα, όταν θα έχει έλθει ξανά ο ποιητής αμεσότερα στο υπαρξιακό ζήτημα του χρόνου, θα πει:
     
          Στο τέλος
          μπορεί και να φτιάξω μια καινούργια γραφή για τις μελλούμενες
γενιές.
Θα περιέχει μόνο τις λέξεις που αγαπήσαμε.
    Θάλασσα        Ελευθερία

            Έρωτας        Έρωτας

        Κι η κάθε γενιά ας συμπληρώνει λέξεις δικές της αγαπημένες.

Στη δραματικά εξαίσια τέταρτη ενότητα επανέρχεται στο θέμα του χρόνου (το ίδιο και στις υπόλοιπες δύο) που, ενώ κατατρώγει σχεδόν τα πάντα, αφήνει όμως, όπως είδαμε, και ίχνη της πληγωμένης, ματωμένης –ίσως όμως όχι ματαιωμένης- αιωνιότητας. Το θέμα εδώ δίνεται με μιαν ολόκληρη πόλη που πρέπει να υπήρξε·

        Ήταν πόλις, λοιπόν!
        Τα ερείπια της φωνής της προδίδουν την απορία μου. Σπασμένα
  λόγια, επιγραφές, μορφές, σπασμένα ερείπια φωνών ξεχασμένα
  εκεί που τελειώνει η μέρα κι αρχίζουν οι μυστικές υποψίες.
Τα ερείπια της θλίψης σκεπάζουν όλες τις αποχρώσεις της αφανέρωτης μοναξιάς, έτσι που να μη γίνονται δημόσιες συγκεντρώσεις, το πρυτανείο να παραμένει κλειστό και
τα θησαυροφυλάκια ανοιχτά στους ανέμους –τίποτα δεν έχουν
να φοβηθούν.

Ο λόγος πηγαίνει δίπλα –ίσως και πιο ανεπιτήδευτα- στον άλλο λόγο, για το βασιλιά της Ασίνης (εδώ η αναφορά γίνεται στην αρχαία Λύκτο, στην περιοχή της Δίκτης, στην Κρήτη):
     
          Ψάχνω τ’ όνομά της απελπισμένα, ανασηκώνω τις σιωπές
          και τις πέτρες, σκοντάφτω πάλι στα χρώματα, σαν αδέσποτα
          μου φαίνονται, ψημένος πηλός, κομμάτια μιας σάρκας που
          επιμένει να κρατεί το χέρι του κεραμέα
          μόνο τ’ όνομα ψάχνω κι ας ξέρω
          πως σε κάθε στιγμή εκπνέει και μια καινούργια ανακωχή.
          (…)
          Επιμένω να περιφέρομαι στους σβησμένους δρόμους, ερημίτης
          της μοναξιάς μου σαν χαράζει η μέρα κι οι πέτρες ανασκουμπώνονται
          για να καλημερίσουν έναν όφι
          ξεχασμένο στη νάρκη των αιώνων.
     

shell, κοχύλι, θάλασσα, κρήτη, ψιλάκης, psilakis


Και εδώ το ίδιο αίσθημα του απόντος – παρόντος, όπως και με τις πανάρχαιες πινακίδες, και εδώ, μαζί με τη βαθιά, πικρή νοσταλγία, η μυστηριακή σχέση μ’ αυτά και αυτούς που έχουν πεθάνει αφήνοντας όμως τον απόηχο της παρουσίας τους στον εσωτερικό χώρο της ευαισθησίας:
     
          Κανείς δεν θα μιλήσει με βεβαιότητα
      εκτός από τους πεθαμένους·
      άυλοι και άχρονοι προβάλλουν μέσα από τις μεγάλες
      χαραμάδες που αφήνουν οι αιώνες για να βλέπουμε
      το πρόσωπό μας.
     
      Λύκτιος οίνος, επιμένουν οι μνήμες,
      γεύση θανάτου, επιμένουν οι σπασμένες φωνές,
      γεύση αθανασίας, τολμώ να ψελλίσω.
     
Στον παραπάνω τελευταίο στίχο φεγγρίζει, πάλι, κάποια αισιοδοξία· ο ποιητής αναζητεί μιαν ενότητα του χρόνου, μιαν υπερβαίνουσα το θάνατο επιτέλους αιωνιότητα:
     
          Προσπερνώ τις χρονολογίες. Ίδιες μου φαίνονται!
      Κι εκείνες που σώθηκαν κι εκείνες που σβήστηκαν
      κι εκείνες που θα ’ρθουν.
     
Η διάθεση αυτή προετοιμάζει τρόπον τινά το συναφές θέμα της επόμενης ενότητας, που θα το έλεγα: θέμα των αλλεπάλληλων επιστρώσεων μέσα στο χρόνο που, θετικά θεωρούμενες, μπορούν να δηλώνουν και μιαν υπαρξιακή συμπάγεια:
     
          Μέσα από κάθε στρώση προβάλλει κι η μορφή
          ενός προγόνου που με κοιτάζει
          κι ενός γείτονα που ταξιδεύει·
      άλλοτε Σουμέριος, άλλοτε Λύκιος, Σύρος, Σλάβος, Οθωμανός,
Άραβας, Χετταίος ή Φοίνικας, άλλοτε Παφλαγόνας, άλλοτε
εγώ, Κρης και Λύκιος, Μινωίτης, Καππαδόκης και Πελασγός
και Δωριέας και Ίωνας, πειρατής και νοικοκύρης, κουρσάρος
και ξωμάχος, από πού να πιάσω το νήμα;

Η τελευταία, έκτη ενότητα ουσιαστικά συνδέεται με την πρώτη, με ισχυρό κρίκο τη λέξη «οίνοψ» (πόντος), γραμμένη στις πινακίδες της Γραμμικής Β’ αλλά και υψωμένη σε έξοχο σύμβολο του μύθου, που περιβάλλει ολοτρίγυρα τη γη: «Γαία μέσω ενί οίνοπι πόντω…» -κι αν δεν είναι η θάλασσα κι ο ωκεανός που περιβάλλει τη γη, αυτό το κάνει σίγουρα ο χρόνος!
      Οπωσδήποτε εδώ, στο τέλος, θέλει να εξαντλήσει κάθε απόθεμα αισιοδοξίας:
     
          Ο τόπος μου
          βουνά σπαρμένα με ανέμους, αναβαθμίδες που πυρώνουν
          στον κόρφο τους την κριθή και τον ερέβινθο.
     
          Μικρή κι ατέλειωτη η γη μου
          που πυρπολείς το φως με τα κρινάκια της άμμου
          με περιέχεις
          εις τους Αιώνας των Αιώνων!
     
      Καλημερίζω την αυγή και το πέλαγος του κόσμου.
     
       * Συχνά ο ποιητής προσεγγίζει τις ακτές του Ελύτη. Αν υπάρχει μια διακρίνουσα διαφορά, εγώ τουλάχιστον θα την εντόπιζα, και σ’ αυτή την περίπτωση, στο ανεπιτήδευτο της έκφρασης.
     
Μ. Γ. Μερακλής
ομ. καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχόλια Αναγνωστών