ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΕΥΧΕΣ

Το πιο όμορφο χριστουγεννιάτικο παραμύθι το άκουσα από τη γιαγιά μου, τότε που καθόμασταν γύρω στην αναμμένη παραστιά, αγρίευε ο Δεκέμβρης απέξω κι εμείς, τυλιγμένοι στη γλυκιά θαλπωρή, ταξιδεύαμε σ' άλλους καιρούς και σ' άλλους κόσμους. Χιονισμένα Χριστούγεννα δεν θυμούμαι, μα δεν ξεχνώ και τον ήχο της βροχής στα τζάμια του παραθύρου, μας νανούριζε κι αυτός μαζί με τις φλόγες που θέριευαν και με τα κάρβουνα που σπίθιζαν ασταμάτητα. Ήξεραν οι γιαγιάδες κι οι παππούδες να μας κρατούν ξυπνητούς, χρωμάτιζαν τις φωνές τους, διέκοπταν την αφήγηση με ρωτήματα σαν και τούτο: «Και ξέρετε, παιδιά μου, γιατί 'ναι τ' άχυρα κίτρινα;»

Έτσι άρχιζε το χριστουγεννιάτικο παραμύθι:

 

Έκανε κρύο πολύ τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Κουκουλωμένη πλάι στη φάτνη η Παναγιά προσπαθούσε με την ανάσα της να κρατήσει ζεστό το μωρό της, κουκουλωμένος στην κάπα του κι ο Ιωσήφ ψαχούλευε στα σκοτεινά, γύρευε ξύλα ν' ανάψει φωτιά. Μα πού ξύλα; Βγαίνει έξω, ψάχνει κι εκεί, τίποτα. Ξαναμπαίνει απελπισμένος στο σπήλιο και θωρεί μπροστά του ένα μικρό σωρό από άχερα. Μοναχά τους είχανε φύγει από τη φάτνη. Για να τ' ανάψει ο Ιωσήφ, να καούν και να ζεστάνουνε τον Χριστό.

Δάκρυσε η Παναγία σαν τα είδε.

-Την ευκή μου να έχουν και να είναι πάντα χρυσά γιατί είναι χρυσή κι η ψυχή τους.

Από τότες έχουνε τ' άχερα κίτρινο χρώμα, χρυσό. Κι είναι χρυσή κι η ψυχή τους, το σιτάρι, που τ' αλέθομε και ζυμώνομε το ευλοημένο ψωμί.

Άναψε τ' άχερα ο Ιωσήφ, ζεστάθηκε λίγο το σπήλιο, αλλ' αυτά καίγονται γρήγορα, βγάζουμε μόνο μια φλόγα και σβήνουν. Ξαναβγαίνει από τον σπήλιο, σκοτάδι πηχτό και ξερότοπος, όλο βράχια και πέτρες. Καθώς γύριζε άπραγος νιώθει να μπερδεύονται τα πόδια του σ' ένα κλαδί. Δεντρολίβανο ήταν, ένας θάμνος μικρός, φυτρωμένος στη μπούκα του σπήλιου. Εκείνο το βράδυ είχαν όλα τα πλάσματα φωνή, και τα δεντρά και τα ζώα.  Και του λέει το δεντρολίβανο· «Μη λυπηθείς μήτε τα κλαδιά μήτε τ' άνθη μου. Κόψε τα ν' ανάψεις φωτιά, να ζεσταθεί ο Χριστός».

Έτσι κι έγινε.

Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:

-Να χει την ευκή μου και πάντα να μυρίζει. Να το στολίζουν στις εικόνες του γιου μου.

Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώσπου ν’ ανάψει έσβησε κιόλας - τι να σου κάμει ένα χαμόκλαδο; Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μαζί μ’ ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. «Πήγαινε, Ιωσήφ, πάνω από το σπήλιο. Εκεί είναι μια ελιά φυτρωμένη, κόψε τη ν' ανάψεις φωτιά. Θα ξεραθεί από το κακό της η μάνα μας αν μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της το είπαμε…»

Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ, χαμηλώνει τα κλαδιά της η γέρικη ελιά, τινάζει και τα ξεράδια 'πο πάνω της έτσι που να φτάνουν ως την μπούκα του σπήλιου. Έτσι ζεστάθηκε ο Χριστός εκείνο το βράδυ.

Όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα και τάιζαν τη φωτιά. Το πρωί δεν είχε απομείνει τίποτα, μόνο ένα κούτσουρο ήταν εκεί, μια ρίζα μόνο, ελιά δεν υπήρχε.

Δάκρυσε η Παναγία σαν το είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι.

-Την ευκή μου να ’χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, ποτέ σου να μη γερνάς. Κι ο καρπός σου ευλογημένος να ’ναι, να τρέφει τους ανθρώπους. Να τους τον δίνεις απλόχερα, να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα, ν' ανάβουν και τα καντήλια στα εικονίσματα.

Πριν αποτελειώσει το λόγο της η Παναγιά είχε κιόλας πεταχτεί ένας δροσερός βλαστός από κει ακριβώς όπου είχε ακουμπήσει το χέρι της. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι δέντρο μεγάλο, έτσι όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός.

Να λοιπόν, παιδιά μου, γιατί 'ναι τ' άχυρα κίτρινα, γιατί βάζομε το δεντρολίβανο στα κονίσματα, να γιατί δεν γερνούνε τα λιόδεντρα. Ξεραίνονται οι κορμοί μα από τις ρίζες τους βγαίνουν καινούργιοι βλαστοί, ξαναγεννιούνται και ξανανιώνουν. Έχουνε, βλέπετε, την ευλογία της Παναγιάς, της Μάνας του νεογέννητου Χριστού.

Τέτοια ευλογία να έχετε κι εσείς...

 

Από την ευρύτερη οικογένεια του Νίκου Ψιλάκη πολλές ζεστές ευχές.

Χρόνια πολλά, καλά κι ευτυχισμένα Χριστούγεννα!

24 Δεκεμβρίου 2017.

 

ΣΗΜ. Την όμορφη αιτιολογική παράδοση μου είχε διηγηθεί η γιαγιά Χριστινιώ. Τη δημοσίευσα στα βιβλία μας «Ο πολιτισμός της ελιάς» (1999) και «Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη» (2005).