ΟΤΑΝ Η ΤΕΧΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΕΙ ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ

Τίποτα εδώ δεν φωνάζει, τίποτα δεν επαίρεται, η τέχνη προτιμά να μιλά με ψιθύρους για να γίνεται αγωγός του φωτός. Αλλά και το φως εδώ δεν είναι άπλετο, εισδύει μυστηριακά μέσα από τα οκτώ μικρά παράθυρα και κυκλώνει τον θόλο.

 

ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΕΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΟΝ ΜΟΧΟ

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ

Στον μικρό ναό της Ανάληψης οι τοιχογραφίες αναδύονται μέσα από ένα ωχροκίτρινο φόντο που θυμίζει παλιωμένο λευκό, ξεχασμένο στην άχνη του χρόνου. Το χρώμα ελάχιστο, απλωμένο με φειδώ και με τάξη. Ο διάλογος με το φως χαμηλόφωνος. Είναι φορές που νομίζεις πως όλα γίνονται τώρα. Και γίνονται δίπλα σου.

 

Στον θόλο μια παράσταση της Ανάληψης. Ένας Χριστός που μακραίνει ανηφορίζοντας προς το άυλο. Νομίζεις πως ο ζωγράφος δεν χρειάστηκε χρώματα, ένα εξαϋλωμένο λευκό, κάτι ανάμεσα στην ώχρα του γήινου και το υπερκόσμιο του βαθέος όρθρου, αρκεί για να πει ό,τι δεν μπορεί να λεχθεί με τις λέξεις.  

Είναι η εκκλησία της Ανάληψης στον Μοχό. Χτίστηκε στα μέσα του 20ού αιώνα σε σχήμα σταυρού και τοιχογραφήθηκε στις αρχές του 21ου. Μόνο που εδώ η ζωγραφική δεν αναπαράγει παλιότερα πρότυπα. Σέβεται ασφαλώς την παράδοση, έχει αφομοιώσει τους καθιερωμένους τώρα και αιώνες εικονογραφικούς τύπους, αλλά δημιουργεί νέα εικαστικά τοπία - αντανακλάσεις ενός φωτός υπερκόσμιου. Θα έλεγα πως μοχτεί να μετουσιώσει την ύλη, να συνομιλήσει με το εσώτατο φως, να γίνει δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στο γήινο και το ουράνιο. Τον ουρανό συμβολίζουν οι θόλοι των χριστιανικών ναών, ο μικρόκοσμος συναντά τον μέγιστο κι απέραντο κι άπιαστο κόσμο, η τέχνη μιλά με σύμβολα για να υλοποιήσει το άυλο, να καταστήσει ορατό το αόρατο.

Ο ζωγράφος (Τάκης Μόσχος, Μονεμβασιώτικης καταγωγής, αλλά Κρης κατ' επιλογήν) κατάφερε να χωρέσει όλη την εκφραστική του λιτότητα μέσα σ' έναν μικρό ναό. Και μέσα απ' αυτήν τη λιτότητα να αναδείξει τις μεγάλες αρετές της τέχνης. Τίποτα εδώ δεν φωνάζει, τίποτα δεν επαίρεται, η τέχνη προτιμά να μιλά με ψιθύρους για να γίνεται αγωγός του φωτός. Αλλά και το φως εδώ δεν είναι άπλετο, εισδύει μυστηριακά μέσα από τα οκτώ μικρά παράθυρα και κυκλώνει τον θόλο.  

Από τα μάκρη των αιώνων, ίσως κι από την εποχή των σπηλαίων ακόμη, η τέχνη ωθούσε τον άνθρωπο προς τα πάνω, μοχτούσε ν' αποτυπώσει το μυστήριο, ν' αναπαραστήσει αυτό που δεν μπορεί να δει κανείς με τα μάτια. Στη μινωική τέχνη, για παράδειγμα, αποτυπώθηκε το άπιαστο με τις ευρηματικές απεικονίσεις της Θεοφάνειας, με τις μικρογραφίες που παραπέμπουν στο θείον. Οι φωτισμένοι τεχνίτες του προϊστορικού κόσμου δεν αναπαριστούσαν μόνο τελετουργίες, έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τη θεότητα. Στην Ανάληψη του Μοχού δυο άγγελοι βαστάζουν τη Δόξα του Θεού, έναν ωχροκίτρινο κύκλο που αιωρείται σ' έναν σχεδόν ομόχρωμο κάμπο. Αιωρούνται οι άγγελοι, τα φτερά τους μετουσιώνονται σε ριπές, αιωρείται ο ανερχόμενος προς το άπειρο Χριστός, στα μάτια του θεατή η παράσταση όλο και μικραίνει, νομίζεις πως στο τέλος θα γίνει ένα στίγμα φωτός, ο θόλος θ' αδειάσει από τα ελάχιστα χρώματά του κι όλα θα ντυθούν στην υπερκόσμια ώχρα του φόντου. Είναι, ίσως, η προοπτική του ζωγράφου που δεν φοβήθηκε το κενό, μα το μετουσίωσε σε λειτουργικό μέρος της εικόνας. Ο θεατής που παρατηρεί την παράσταση βλέπει το ουράνιο ν' αναδύεται μέσα από το γήινο, συρρικνώνονται οι διαστάσεις του κόσμου για να χωρέσουν το άπειρο. Κι εκεί, στο κενό, στο βασίλειο της ώχρας, νομίζεις πως όλα χωρούν. Ο ουρανός, η γης, ο διάλογος των κόσμων, το θαύμα. Ίσως, ακόμη, κι ο θεατής, που από το γήινο βάθρο του νομίζει πως είναι κι ο ίδιος μέρος της παράστασης, μέρος του θαύματος δηλαδή.

Ν. Ψ. 

(Για τον φίλο μου τον Γιάννη...)

ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ:

Η Ανάσταση. Ο Χριστός έχει διαρρήξει τις πύλες του Άδη και ανασύρει το γένος των ανθρώπων από το σκότος. Το έκπληκτο ύφος του προπάτορα, το μαραμένο ζερβό χέρι του, αποτυπώνουν τη μεγάλη στιγμή σύμφωνα με τη μακρά βυζαντινή παράδοση. Κι εδώ είναι ελάχιστο το χρώμα, υποταγμένο στο φως.

 

ΣΗΜΑΝΙΚΗ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΓΙΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ: Για τυχόν αναδημοσιεύσεις είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η παράθεση ενεργού συνδέσμου: http://karmanor.gr/el