Ν' ΑΓΑΠΑΣ ΟΛΑ ΟΣΑ Σ' ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΘΡΕΨΕΙ ΚΑΙ Σ' ΕΧΟΥΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ

Χαρά σε κείνον που αψήφησε τον καιρό

Χαρά σ’ εκείνον που αψήφησε τον καιρό κι ανηφόρισε στα κρητικά βουνά το καταχείμωνο. Κορφές, κι άλλες κορφές, πλαγιές γυμνές, παραδομένες στο έλεος των αέρηδων, μονοπάτια πληγωμένα από τις βροχές και θάμνοι που αντιστέκονται στη μάνητα του βοριά· καχεκτικοί οι περισσότεροι, μόλις που φαίνονται από τη γης, αλλά μπορούν και κρύβουν στη μοναξιά τους τη διστακτική αντωναΐδα, τη ρίγανη και τον δίκταμο. Σε άλλες εποχές θα ένιωθες τη αψιά μυρωδιά τους να σε τυλίγει. Μα τώρα;

Βρέθηκα στον Ρούβα χωρίς αξιώσεις ορειβάτη Δεκέμβρη μήνα πριν από λίγα χρόνια (προ απαγορευτικών, βέβαια). Τέτοιες στιγμές η φωτογραφική μηχανή γίνεται πολύτιμος σύμμαχος της μνήμης· με τη δική της συντρομή καταφέρνεις να κρατάς στο δισάκι σου τις στιγμές που πέρασαν και χάθηκαν, ν' ανασταίνεις τον χρόνο και να νιώθεις την ίδια συγκίνηση που ένιωσες κάποτε φορτωμένη με μπόλικες δόσεις νοσταλγίας.

Νόμιζα, καθώς προχωρούσα στα πλάγια, ότι χωνόμουν μέσα στο σύννεφο κι ένιωθα την ανάσα μου να γίνεται ένα με την ομίχλη. Έτσι, με τη βροχή ν' απειλεί και τις βροντές ν' ακούγονται σαν κλαγγές τ' ουρανού, βρέθηκε πάλι μπροστά σε τούτο το δέντρο. Κι άλλες φορές το είχα συναντήσει, μα τώρα μου φάνηκε σαν απόκοσμο καθώς έβλεπα τα σύννεφα σημαίες κρεμασμένες ψηλά στους ιστούς του. Κι όταν πρόβαλε χλωμό το ζωνάρι της Παναγιάς κοντοστάθηκα για να χορτάσουν τα μάτια μου θάμπος, να χορτάσει κι η ψυχή μου το φως.

Έτσι είναι τα βουνά της Κρήτης. Όμορφα. Μα και τόποι του μύθου. Ίδη και Μαδάρα, Δίκτη και Κέντρος και Κόφινας και βουνά της Σητείας.

Τέτοιες ώρες λες και ξυπνούν οι μύθοι κι οι θρύλοι, ο Ψηλορείτης ξαναγίνεται όρος του Δία, οι πέτρες ξαναγίνονται λίκνα μυθικά, τα μονοπάτια δρόμοι του Μίνωα· τέτοιες ώρες δεν έχεις τίποτ' άλλο να κάμεις παρά ν' αφεθείς ελεύθερος στη ροή του χρόνου, ν' αφουγκράζεσαι τις φωνές των προγόνων και ν' αγαπάς όλα όσα σ' έχουν αναθρέψει και σ' έχουν μεγαλώσει.

Νίκος Ψιλάκης, Δεκέμβρης 2010